tintineo
tin
ˌtin
tin
ti
ti
ti
neo
ˈneo
neo

Ορισμός και σημασία του "tintineo"στα ισπανικά

01

κουδούνισμα, κουδουνίσματα

sonido agudo y repetido que producen objetos metálicos al chocar
el tintineo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El tintineo de la campanilla indicó que alguien entraba.
Το κουδούνισμα του μικρού κουδουνιού υποδείκνυε ότι κάποιος μπαίνει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store