Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El tintineo
01
κουδούνισμα, κουδουνίσματα
sonido agudo y repetido que producen objetos metálicos al chocar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El tintineo de la campanilla indicó que alguien entraba.
Το κουδούνισμα του μικρού κουδουνιού υποδείκνυε ότι κάποιος μπαίνει.



























