Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
renovar
[past form: renové][present form: renuevo]
01
ανακαινίζω, ανανεώνω
hacer que algo viejo parezca nuevo o funcione mejor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
renuevo
γ΄ ενικό πρόσωπο
renueva
ενεστώτα μετοχή
renovando
απλός αόριστος
renové
παθητική μετοχή
renovado
Παραδείγματα
El hotel fue renovado recientemente.
Το ξενοδοχείο ανακαινίστηκε πρόσφατα.
02
ανανεώνω, ανακαινίζω
hacer que algo dure más tiempo o continuar su vigencia
Παραδείγματα
Renovamos el permiso para seguir trabajando.
Ανανεώσαμε την άδεια για να συνεχίσουμε να εργαζόμαστε.
03
ανανεώνεται, αναγεννάται
seguir existiendo o actualizándose con el tiempo
Παραδείγματα
El contrato se renovó por dos años más.
Το συμβόλαιο ανανεώθηκε για δύο ακόμη χρόνια.



























