Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
imprescindible
01
απαραίτητος, αναγκαίος
que es totalmente necesario y no se puede dejar de tener o hacer
Παραδείγματα
Ella es imprescindible en el equipo.
Είναι απαραίτητη στην ομάδα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
απαραίτητος, αναγκαίος