Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
soler
01
έχω τη συνήθεια, είμαι συνηθισμένος
tener costumbre o hábito de hacer algo con frecuencia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
suelo
γ΄ ενικό πρόσωπο
suele
ενεστώτα μετοχή
soliendo
απλός αόριστος
solí
παθητική μετοχή
solido
Παραδείγματα
Suelo levantarme temprano.
Soler σηκώνομαι νωρίς.



























