soler
so
so
σο
ler
ˈleɾ
λερ
solar

Ορισμός και σημασία του "soler"στα ισπανικά

01

έχω τη συνήθεια, είμαι συνηθισμένος

tener costumbre o hábito de hacer algo con frecuencia 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
suelo
γ΄ ενικό πρόσωπο
suele
ενεστώτα μετοχή
soliendo
απλός αόριστος
solí
παθητική μετοχή
solido
Παραδείγματα
Suelo levantarme temprano. 

Soler σηκώνομαι νωρίς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store