el soldador
sol
ˌsɔl
sawl
da
ða
dha
dor
ˈðɔɾ
dhawr
ruiseñorbateadorluchadorportador

Ορισμός και σημασία του "soldador"στα ισπανικά

01

συγκολλητής, συγκολλήτρια

una persona cuyo trabajo es unir piezas de metal fundiéndolas con calor 
el soldador definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
soldadores
αρσενικό ενικό
soldador
θηλυκό ενικό
soldadora
neutral form
persona que suelda
Παραδείγματα
El soldador une las vigas de acero para construir la estructura. 

Ο συγκολλητής ενώνει τις χαλύβδινες δοκούς για να κατασκευάσει την κατασκευή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store