Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El soldador
01
συγκολλητής, συγκολλήτρια
una persona cuyo trabajo es unir piezas de metal fundiéndolas con calor
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
soldadores
Παραδείγματα
Los soldadores deben seguir estrictas normas de seguridad.
Οι συγκολλητές πρέπει να ακολουθούν αυστηρούς κανόνες ασφαλείας.



























