Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contribuir
01
συνεισφέρω
aportar, colaborar o participar en algo para que se logre o se produzca un efecto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
contribuyo
γ΄ ενικό πρόσωπο
contribuye
ενεστώτα μετοχή
contribuyendo
απλός αόριστος
contribuí
παθητική μετοχή
contribuido
Παραδείγματα
La investigación contribuyó al avance de la ciencia.
Η έρευνα συνέβαλε στην πρόοδο της επιστήμης.



























