Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contribuir
[past form: contribuí][present form: contribuyo]
01
συνεισφέρω
aportar, colaborar o participar en algo para que se logre o se produzca un efecto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
contribuyo
γ΄ ενικό πρόσωπο
contribuye
ενεστώτα μετοχή
contribuyendo
απλός αόριστος
contribuí
παθητική μετοχή
contribuido
Παραδείγματα
La colaboración entre países contribuye a la paz mundial.
Η συνεργασία μεταξύ χωρών συμβάλλει στην παγκόσμια ειρήνη.



























