Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
controlar
01
παρακολουθώ, ελέγχω
observar o vigilar algo o a alguien para asegurarse de que esté bien o no cause problemas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
controlo
γ΄ ενικό πρόσωπο
controla
ενεστώτα μετοχή
controlando
απλός αόριστος
controló
παθητική μετοχή
controlado
Παραδείγματα
El guardia controla la entrada del edificio.
Ο φύλακας ελέγχει την είσοδο του κτιρίου.
02
ελέγχω, κυριαρχώ
dominar o dirigir algo o a alguien, o tener poder sobre ello
Παραδείγματα
No puedo controlar mis emociones.
Δεν μπορώ να ελέγξω τα συναισθήματά μου.



























