Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
controlar
01
παρακολουθώ, ελέγχω
observar o vigilar algo o a alguien para asegurarse de que esté bien o no cause problemas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
controlo
γ΄ ενικό πρόσωπο
controla
ενεστώτα μετοχή
controlando
απλός αόριστος
controló
παθητική μετοχή
controlado
Παραδείγματα
Tienes que controlar la situación desde aquí.
Πρέπει να ελέγξεις την κατάσταση από εδώ.
02
ελέγχω, κυριαρχώ
dominar o dirigir algo o a alguien, o tener poder sobre ello
Παραδείγματα
El sistema controla la temperatura automáticamente.
Το σύστημα ελέγχει αυτόματα τη θερμοκρασία.



























