convalecer
convalecer

Ορισμός και σημασία του "convalecer"στα ισπανικά

convalecer
01

αναρρώνω, γίνομαι καλά

recuperarse progresivamente de una enfermedad o lesión 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
convalezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
convalece
ενεστώτα μετοχή
convaleciendo
απλός αόριστος
convaleció
παθητική μετοχή
convalecido
Παραδείγματα
Está convaleciendo en casa después de la operación. 

Αναρρώνει στο σπίτι μετά την επέμβαση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store