Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
convalecer
01
αναρρώνω, γίνομαι καλά
recuperarse progresivamente de una enfermedad o lesión
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
convalezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
convalece
ενεστώτα μετοχή
convaleciendo
απλός αόριστος
convaleció
παθητική μετοχή
convalecido
Παραδείγματα
Después de la enfermedad, comenzó a convalecer lentamente.
Μετά την ασθένεια, άρχισε να αναρρώνει αργά.



























