convalidar
Pronunciation
/kˌɔmbaliðˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "convalidar"στα ισπανικά

convalidar
01

αναγνωρίζω, επικυρώνω

reconocer oficialmente la validez de estudios, títulos o asignaturas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
convalido
γ΄ ενικό πρόσωπο
convalida
ενεστώτα μετοχή
convalidando
απλός αόριστος
convalidó
παθητική μετοχή
convalidado
Παραδείγματα
Es posible convalidar experiencia profesional.
Είναι δυνατό να αναγνωριστεί η επαγγελματική εμπειρία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store