Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
convalidar
01
αναγνωρίζω, επικυρώνω
reconocer oficialmente la validez de estudios, títulos o asignaturas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
convalido
γ΄ ενικό πρόσωπο
convalida
ενεστώτα μετοχή
convalidando
απλός αόριστος
convalidó
παθητική μετοχή
convalidado
Παραδείγματα
Es posible convalidar experiencia profesional.
Είναι δυνατό να αναγνωριστεί η επαγγελματική εμπειρία.



























