Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El controlador
01
χειριστήριο
un dispositivo, como un mando o joystick, usado para operar una máquina, consola o sistema
Παραδείγματα
El controlador de la videoconsola tiene botones sensibles.
Ο ελεγκτής της κονσόλας βιντεοπαιχνιδιών έχει ευαίσθητα κουμπιά.
02
ελεγκτής
una persona que supervisa, dirige o verifica el funcionamiento de algo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
controladores
Παραδείγματα
El controlador de tráfico aéreo guió al avión para un aterrizaje seguro.
Ο ελεγκτής εναέριων κυκλοφορίας καθοδήγησε το αεροπλάνο για ασφαλή προσγείωση.
controlador
01
ελεγχόμενος, κυρίαρχος
que tiene una tendencia fuerte a dirigir o dominar a las personas o las situaciones
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más controlador
συγκριτικός βαθμός
más controlador
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
controlador
αρσενικό πληθυντικό
controladores
θηλυκό ενικό
controladora
θηλυκό πληθυντικό
controladoras
Παραδείγματα
Su actitud controladora hacía difícil trabajar en equipo.
Η ελεγκτική του στάση έκανε δύσκολη τη συνεργασία στην ομάδα.



























