Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contratar
01
προσλαμβάνω, απασχολώ
hacer un acuerdo para que alguien trabaje en una empresa o para un servicio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
contrato
γ΄ ενικό πρόσωπο
contrata
ενεστώτα μετοχή
contratando
απλός αόριστος
contraté
παθητική μετοχή
contratado
Παραδείγματα
La compañía decidió contratar más gente.
Η εταιρεία αποφάσισε να προσλάβει περισσότερους ανθρώπους.



























