Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El contratiempo
01
εμπόδιο, απρόβλεπτο γεγονός
suceso inesperado que causa retraso, dificultad o inconveniente
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
contratiempos
Παραδείγματα
Tuvimos un contratiempo en el viaje por la lluvia.
Είχαμε ένα απρόοπτο στο ταξίδι λόγω της βροχής.



























