Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ver
01
βλέπω
percibir con los ojos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
veo
γ΄ ενικό πρόσωπο
ve
ενεστώτα μετοχή
viendo
απλός αόριστος
vi
παθητική μετοχή
visto
Παραδείγματα
Puedo ver las montañas desde mi ventana.
Μπορώ να δω τα βουνά από το παράθυρό μου.
02
βλέπω, παρατηρώ
observar algo con atención
Παραδείγματα
Veo la televisión todas las noches.
Βλέπω την τηλεόραση κάθε βράδυ.
03
φαίνομαι, μοιάζω
tener cierta apariencia o parecer de una manera
Παραδείγματα
Te ves cansado hoy.
Φαίνεσαι κουρασμένος σήμερα.
04
βλέπω
percibir algo con los ojos o darse cuenta de algo
Παραδείγματα
No vi el mensaje a tiempo.
Δεν είδα το μήνυμα εγκαίρως.
05
συναντώ
encontrarse o reunirse con una persona
Παραδείγματα
Voy a ver a mi amigo esta tarde.
Πάω να δω τον φίλο μου αυτό το απόγευμα.
06
μαρτυρώ
presenciar o experimentar un hecho o situación
Παραδείγματα
Hemos visto muchos cambios en esta ciudad.
Έχουμε δει πολλές αλλαγές σε αυτήν την πόλη.
07
καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι
captar o entender el sentido o la intención de algo
Παραδείγματα
Ahora veo lo que querías decir.
Τώρα βλέπω τι εννοούσες.
08
εξετάζει δικαστικά
examinar, juzgar o resolver un asunto en un tribunal
Παραδείγματα
El tribunal supremo verá el caso el próximo mes.
Το ανώτατο δικαστήριο θα εξετάσει την υπόθεση τον επόμενο μήνα.



























