Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
llegar
01
φτάνω, καταφθάνω
alcanzar un lugar o destino
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
llego
γ΄ ενικό πρόσωπο
llega
ενεστώτα μετοχή
llegando
απλός αόριστος
llegué
παθητική μετοχή
llegado
Παραδείγματα
Llegué a casa a las ocho de la noche.
Έφτασα στο σπίτι στις οκτώ το βράδυ.
02
έρχομαι
producirse o presentarse un momento o acontecimiento esperado
Παραδείγματα
Llegó la hora de dormir.
Έρχομαι η ώρα του ύπνου.
03
φτάνω σε, επιτυγχάνω
alcanzar una cantidad, nivel o valor determinado
Παραδείγματα
Las ventas llegaron a su punto máximo en diciembre.
Οι πωλήσεις έφτασαν στο αποκορύφωμά τους τον Δεκέμβριο.
04
φτάνω
entrar y detenerse en una estación (dicho de un tren)
Παραδείγματα
El tren llegará al andén número dos en cinco minutos.
Το τρένο θα φτάσει στην πλατφόρμα νούμερο δύο σε πέντε λεπτά.
LanGeek



























