Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
llegar
[past form: llegué][present form: llego]
01
φτάνω, καταφθάνω
alcanzar un lugar o destino
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
llego
γ΄ ενικό πρόσωπο
llega
ενεστώτα μετοχή
llegando
απλός αόριστος
llegué
παθητική μετοχή
llegado
Παραδείγματα
La carta llegó ayer por correo.
Το γράμμα έφτασε χθες με το ταχυδρομείο.
02
έρχομαι
producirse o presentarse un momento o acontecimiento esperado
Παραδείγματα
Nunca llega el tiempo perfecto para empezar.
Ο τέλειος χρόνος για να ξεκινήσεις ποτέ δεν έρχεται.
03
φτάνω σε, επιτυγχάνω
alcanzar una cantidad, nivel o valor determinado
Παραδείγματα
El salario llegó a igualar el promedio nacional.
Ο μισθός έφτασε στο εθνικό μέσο όρο.
04
φτάνω
entrar y detenerse en una estación (dicho de un tren)
Παραδείγματα
Justo cuando el tren llegaba, empezó a llover.
Ακριβώς όταν το τρένο έφτανε, άρχισε να βρέχει.



























