Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La herida
[gender: feminine]
01
πληγή, τραύμα
daño o corte en la piel que causa dolor y sangrado
Παραδείγματα
Tiene una herida pequeña, pero dolorosa.
Έχει ένα μικρό, αλλά επώδυνο τραύμα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
πληγή, τραύμα