Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La hermanastra
01
ετεροθαλής αδελφή, θετή αδελφή
mujer que es hija de uno de los padres, pero no de ambos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
hermanastras
Παραδείγματα
Mi hermanastra vive en otra ciudad.
Η ετεροθαλής αδερφή μου ζει σε άλλη πόλη.



























