herir
he
e
e
rir
ˈɾiɾ
rir
hervir

Ορισμός και σημασία του "herir"στα ισπανικά

01

τραυματίζω

causar una herida o daño físico a alguien 
herir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
hiero
γ΄ ενικό πρόσωπο
hiere
ενεστώτα μετοχή
hiriendo
απλός αόριστος
herí
παθητική μετοχή
herido
Παραδείγματα
El accidente hirió a varias personas. 

Το ατύχημα τραυμάτισε αρκετά άτομα.

02

πληγώνω

causar dolor o daño emocional a alguien 
herir definition and meaning
Παραδείγματα
No quería herirte con mi comentario. 

Δεν ήθελα να σε πληγώσω με το σχόλιό μου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store