Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
herir
01
τραυματίζω
causar una herida o daño físico a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
hiero
γ΄ ενικό πρόσωπο
hiere
ενεστώτα μετοχή
hiriendo
απλός αόριστος
herí
παθητική μετοχή
herido
Παραδείγματα
El accidente hirió a varias personas.
Το ατύχημα τραυμάτισε αρκετά άτομα.
02
πληγώνω
causar dolor o daño emocional a alguien
Παραδείγματα
No quería herirte con mi comentario.
Δεν ήθελα να σε πληγώσω με το σχόλιό μου.



























