Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El dolor de cabeza
01
πονοκέφαλος
dolor que se siente en la cabeza
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
dolores de cabeza
Παραδείγματα
Después del viaje tuvo dolor de cabeza.
Μετά το ταξίδι είχε πονοκέφαλο.



























