esgrimaestación de carga
από 11
esgrimaestación de carga
esgrima[n]

ξιφασκία,ξιφασκία

esguince[n]

στραμπουλήγμα

eslogan[n]

σλόγκαν

esmalte[n]

εμαγιέ,τέχνη του εμαγιέ

esmalte de uñas[n]

βερνίκι νυχιών

esmeralda[n][adj]

σμαράγδι,πράσινο πολύτιμο λίθο • σμαράγδι,σμαραγδένιος

esmoquin[n]

σμόκιν

esnórkel[n]

σκουμπάρισμα,κολύμβηση με μάσκα και αναπνευστήρα

esnórquel[n]

αναπνευστήρας,σωλήνας αναπνοής

esos[pron][det]

αυτοί • εκείνα

esotérico[adj]

εσωτερικός,μυστικός

esoterismo[n]

εσωτερισμός

espabilado[adj]

έξυπνος,πονηρός

espacial[adj]

διαστημικός,χωρικός

espacio[n]

απόσταση

espacio publicitario[n]

διαφημιστικός χώρος

espacioso[adj]

ευρύχωρος,ανοιχτός

espada[n]

σπαθί,ξίφος

espagueti[n]

μακαρόνια

espalda[n]

πλάτη,πίσω μέρος του σώματος

espantado[adj]

τρομαγμένος,φοβισμένος

espantoso[adj]

τρομακτικός,φοβερός

españa[n]

Ισπανία,χώρα που βρίσκεται στην Ευρώπη, στην Ιβηρική Χερσόνησο

español[n][adj]

ισπανικά • ισπανικός,ισπανόφωνος

esparadrapo[n]

ιατρική ταινία

espárrago[n]

σπαράγγι

espasmo[n]

σπασμός

espátula[n]

σπάτουλα,μυστρί

especia[n]

μπαχαρικό,καρύκευμα

especiado[adj]

αρωματισμένος

especial[adj]

ειδικός,ξεχωριστός

especialidad[n]

ειδικότητα,πεδίο εξειδίκευσης

especialidad de la casa[n]

ειδικότητα του σπιτιού,σπεσιαλιτέ του εστιατορίου

especialista[n]

ειδικός,εμπειρογνώμονας

especialización[n]

ειδίκευση

especializado[adj]

ειδικευμένος,εξειδικευμένος

especializar[v]

ειδικεύομαι

especiar[v]

μπαζώνω,προσθέτω μπαχαρικά

especie[n]

είδος,είδος

especie autóctona[n]
especie en peligro[n]

απειλούμενο είδος,είδος σε κίνδυνο

especie extinta[n]
especificar[v]

προσδιορίζω,καθορίζω

espectacular[adj]

θεαματικός,εντυπωσιακός

espectáculo[n]

θέαμα

espectáculo de luces[n]

παράσταση φωτός,φωτεινή παράσταση

espectáculo de títeres[n]

κουκλοθέατρο,παράσταση με κούκλες

espectador[n]

θεατής,παρατηρητής

espectro[n]
especular[v]

κερδοσκοπώ

espejo[n]

καθρέφτης

espejo retrovisor[n]

οπίσθιος καθρέφτης,καθρέφτης οπισθοβολής

espejo retrovisor lateral[n]

πλαϊνός καθρέφτης,εξωτερικός καθρέφτης

espeluznante[adj]

τρομακτικός,αποτρόπαιος

esperanza[n]

ελπίδα

esperanza de vida[n]

προσδόκιμο ζωής

esperanzador[adj]

γεμάτος ελπίδα,που δίνει ελπίδα

esperar[v]

περιμένω

espesor[n]

πάχος

espiar[v]

κατασκοπεύω

espina[n]

ψαροκόκαλο

espinaca[n]

σπανάκι

espinilla[n]

σπυρί,φουσκάλα

espiral[adj][n]

σπειροειδής,ελισσόμενος • σπείρα,έλικα

espiritismo[n]

πνευματισμός

espíritu[n]

στάση,ενέργεια

espíritu de sacrificio[n]

πνεύμα θυσίας,αυτοθυσία

espiritualidad[n]

πνευματικότητα

espléndido[adj]

υπέροχος,εκθαμβωτικός

esponja[n]

σφουγγάρι,πορώδες αντικείμενο για καθαρισμό

esponja de baño[n]

σφουγγάρι μπάνιου,σφουγγάρι για το μπάνιο

esponja vegetal[n]

φυτική σφουγγαρίστρα,λουφά

esposa[n]

σύζυγος

esposar[v]

μπαλώνω,βάζω χειροπέδες

esposas[n]

χειροπέδες,δεσμά

esposo[n]

σύζυγος, άνδρας

esprintar[v]

σπριντάρω

espuma[n]

αφρός,σαπουνάφρός

espuma de afeitar[n]

αφρός ξυρίσματος

espumadera[n]

αφρολέβητας,κουτάλι με τρύπες

espumar[v]

αφαιρώ τον αφρό,αφαιρώ το λίπος

esquelético[adj]

σκελετικός

esqueleto[n]

σκελετός,οστικό πλαίσιο

esquema[n]

σχέδιο

esquí[n]

σκι,αθλημα σκι

esquí acuático[n]

υδατοσκορτ,σπορ υδατοσκορτ

esquí alpino[n]

αλπικό σκι

esquí de fondo[n]

σκι ανωμάλου δρόμου

esquiador[n]

σκιέρ

esquiar[v]

σκι

esquina[n]

γωνία,γωνιά

esta[pron][det]

αυτή • αυτή

estabilidad[n]

σταθερότητα,ισορροπία

establecer[v]

εγκαθιστώ, ιδρύω

establecimiento[n]

κατάστημα,χώρος

establo[n]

σταύλος,αχυρώνας

estabular[v]

βάζω στον στάβλο,σταβλίζω

estación[n]

σταθμός

estación de bomberos[n]

πυροσβεστικός σταθμός

estación de carga[n]

σταθμός φόρτισης,σημείο φόρτισης

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή