espiar
esp
ˈesp
esp
iar
jaɾ
yar
expiar

Ορισμός και σημασία του "espiar"στα ισπανικά

espiar
01

κατασκοπεύω

observar o vigilar secretamente a alguien para obtener información 
espiar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
espío
γ΄ ενικό πρόσωπο
espía
ενεστώτα μετοχή
espiando
απλός αόριστος
espió
παθητική μετοχή
espiado
Παραδείγματα
El agente secreto espía a los enemigos del país. 

Ο μυστικός πράκτορας κατασκοπεύει τους εχθρούς της χώρας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store