Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
espiar
01
κατασκοπεύω
observar o vigilar secretamente a alguien para obtener información
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
espío
γ΄ ενικό πρόσωπο
espía
ενεστώτα μετοχή
espiando
απλός αόριστος
espió
παθητική μετοχή
espiado
Παραδείγματα
El agente secreto espía a los enemigos del país.
Ο μυστικός πράκτορας κατασκοπεύει τους εχθρούς της χώρας.



























