Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
esperar
01
περιμένω
permanecer en un lugar o situación hasta que ocurra algo o llegue alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
espero
γ΄ ενικό πρόσωπο
espera
ενεστώτα μετοχή
esperando
απλός αόριστος
esperé
παθητική μετοχή
esperado
Παραδείγματα
Espera un momento, ya voy.
Περίμενε ένα λεπτό, έρχομαι.
02
ελπίζω
desear que algo ocurra o que se cumpla una expectativa
Παραδείγματα
Espero que tengas un buen día.
Ελπίζω να έχεις μια καλή μέρα.



























