establecer
es
es
εσ
tab
tab
ταμπ
le
le
λε
cer
ˈθeɾ
θερ
enloquecerestremecerinterponercompadecer

Ορισμός και σημασία του "establecer"στα ισπανικά

establecer
01

εγκαθιστώ, ιδρύω

crear o fundar algo, como una institución, norma o relación 
establecer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
establezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
establece
ενεστώτα μετοχή
estableciendo
απλός αόριστος
estableció
παθητική μετοχή
establecido
Παραδείγματα
El gobierno estableció nuevas leyes de educación. 

Η κυβέρνηση θεσμοθέτησε νέους νόμους για την εκπαίδευση.

02

εγκαθίσταμαι, εγκατασταθώ

asentarse o fijar residencia en un lugar 
Παραδείγματα
Decidió establecerse en otro país por trabajo. 

Αποφάσισε να εγκατασταθεί σε μια άλλη χώρα για δουλειά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store