Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
establecer
01
εγκαθιστώ, ιδρύω
crear o fundar algo, como una institución, norma o relación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
establezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
establece
ενεστώτα μετοχή
estableciendo
απλός αόριστος
estableció
παθητική μετοχή
establecido
Παραδείγματα
Establecieron contacto con expertos internacionales.
Δημιούργησαν επαφή με διεθνείς ειδικούς.
02
εγκαθίσταμαι, εγκατασταθώ
asentarse o fijar residencia en un lugar
Παραδείγματα
Establecerse en el extranjero puede ser desafiante.
Η εγκατάσταση στο εξωτερικό μπορεί να είναι δύσκολη.



























