Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
establecer
01
εγκαθιστώ, ιδρύω
crear o fundar algo, como una institución, norma o relación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
establezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
establece
ενεστώτα μετοχή
estableciendo
απλός αόριστος
estableció
παθητική μετοχή
establecido
Παραδείγματα
El gobierno estableció nuevas leyes de educación.
Η κυβέρνηση θεσμοθέτησε νέους νόμους για την εκπαίδευση.
02
εγκαθίσταμαι, εγκατασταθώ
asentarse o fijar residencia en un lugar
Παραδείγματα
Decidió establecerse en otro país por trabajo.
Αποφάσισε να εγκατασταθεί σε μια άλλη χώρα για δουλειά.



























