especializado
es
es
εσ
pec
peθ
πεθ
ia
ja
γα
li
li
λι
za
ˈθa
θα
do
ðo
δο
congestionadopostdoctoradodesconcertadoapesadumbrado

Ορισμός και σημασία του "especializado"στα ισπανικά

especializado
01

ειδικευμένος, εξειδικευμένος

que tiene conocimientos o habilidades específicos en un área concreta 
especializado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
especializado
αρσενικό πληθυντικό
especializados
θηλυκό ενικό
especializada
θηλυκό πληθυντικό
especializadas
θεματικό πεδίο
profesión, conocimiento, habilidad
Παραδείγματα
Es un médico especializado en cardiología. 

Είναι γιατρός ειδικευμένος στην καρδιολογία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store