Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
especializado
01
ειδικευμένος, εξειδικευμένος
que tiene conocimientos o habilidades específicos en un área concreta
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
especializado
αρσενικό πληθυντικό
especializados
θηλυκό ενικό
especializada
θηλυκό πληθυντικό
especializadas
Παραδείγματα
Es un abogado especializado en derecho internacional.
Είναι δικηγόρος ειδικευμένος στο διεθνές δίκαιο.



























