Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
jaggedly
01
ανώμαλα, με οδοντωτό τρόπο
in a manner that is uneven or rough in appearance
Παραδείγματα
The path through the rocky terrain led jaggedly up the steep slope.
Το μονοπάτι μέσα από το βραχώδες έδαφος ανέβαινε ανώμαλα την απότομη πλαγιά.
Λεξικό Δέντρο
jaggedly
jagged
jag



























