Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
jagged
01
οδοντωτός, ανώμαλος
having rough, uneven, and sharp points or edges
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most jagged
συγκριτικός βαθμός
more jagged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The jagged rocks along the coastline posed a hazard to passing ships.
Οι ακανόνιστες βράχοι κατά μήκος της ακτής αποτελούσαν κίνδυνο για τα πλοία που περνούσαν.
02
ακανόνιστος, τραχύς
having a harsh or uneven character, as in sound, rhythm, or style
Παραδείγματα
The song's jagged rhythm gave it a tense energy.
Ο ακανόνιστος ρυθμός του τραγουδιού του έδωσε μια τεταμένη ενέργεια.



























