jagged
ja
ˈʤæ
gged
gɪd
gid
gaggedtaggedfaggedshagged

Ορισμός και σημασία του "jagged"στα αγγλικά

01

οδοντωτός, ανώμαλος

having rough, uneven, and sharp points or edges 
jagged definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most jagged
συγκριτικός βαθμός
more jagged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The jagged rocks along the coastline posed a hazard to passing ships. 

Οι ακανόνιστες βράχοι κατά μήκος της ακτής αποτελούσαν κίνδυνο για τα πλοία που περνούσαν.

02

ακανόνιστος, τραχύς

having a harsh or uneven character, as in sound, rhythm, or style 
Παραδείγματα
The song's jagged rhythm gave it a tense energy. 

Ο ακανόνιστος ρυθμός του τραγουδιού του έδωσε μια τεταμένη ενέργεια.

Λεξικό Δέντρο

jaggedly
jaggedness
jagged
jag
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store