Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
jagged
01
οδοντωτός, ανώμαλος
having rough, uneven, and sharp points or edges
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most jagged
συγκριτικός βαθμός
more jagged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The old metal fence had jagged points, serving as a deterrent to intruders.
Το παλιό μεταλλικό φράχτη είχε ακανόνιστες άκρες, που λειτουργούσαν ως αποτρεπτικός παράγοντας για τους εισβολείς.
02
ακανόνιστος, τραχύς
having a harsh or uneven character, as in sound, rhythm, or style
Παραδείγματα
The speech came out jagged and uneven, full of emotion.
Η ομιλία βγήκε ασυνεχής και άνιση, γεμάτη συναίσθημα.



























