irrevocably
i
ɪ
i
rre
ˈrɛ
re
vo
cab
kəb
kēb
ly
li
li

Ορισμός και σημασία του "irrevocably"στα αγγλικά

irrevocably
01

ανεπίστρεπτα

in a way that cannot be changed or undone 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Signing the contract meant they were irrevocably committed to the terms and conditions. 

Η υπογραφή της σύμβασης σήμαινε ότι ήταν ανεπίστρεπτα δεσμευμένοι από τους όρους και τις προϋποθέσεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

irrevocably
irrevocable
revocable
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store