Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
irrevocably
01
ανεπίστρεπτα
in a way that cannot be changed or undone
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Signing the contract meant they were irrevocably committed to the terms and conditions.
Η υπογραφή της σύμβασης σήμαινε ότι ήταν ανεπίστρεπτα δεσμευμένοι από τους όρους και τις προϋποθέσεις.
Λεξικό Δέντρο
irrevocably
irrevocable
revocable



























