Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
irrevocably
01
ανεπίστρεπτα
in a way that cannot be changed or undone
Παραδείγματα
The court 's judgment had consequences that irrevocably impacted the business's future.
Η απόφαση του δικαστηρίου είχε συνέπειες που ανεπανόρθωτα επηρέασαν το μέλλον της επιχείρησης.
Λεξικό Δέντρο
irrevocably
irrevocable
revocable



























