irrevocable
ir
ɪr
ir
re
re
vo
ca
ble
bəl
bēl
revocable
irrevokable

Ορισμός και σημασία του "irrevocable"στα αγγλικά

irrevocable
01

αμετάκλητος

unable to be changed, undone, or reversed 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Signing a last will and testament makes the stated wishes irrevocable in the event the person passes away. 

Η υπογραφή μιας διαθήκης καθιστά τις δηλωμένες επιθυμίες αμετάκλητες σε περίπτωση που το άτομο πεθάνει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store