Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
irreproachably
01
ανεπίληπτα
faultlessly or impeccably, especially in conduct or appearance
Παραδείγματα
Dressed irreproachably, he gave the impression of confidence and discipline.
Ντυμένος αψέγαδα, έδινε την εντύπωση της αυτοπεποίθησης και της πειθαρχίας.
Λεξικό Δέντρο
irreproachably
irreproachable
irreproach



























