Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
iridescent
01
ιριδίζων, χαροποιός
having a play of lustrous rainbow colors
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most iridescent
συγκριτικός βαθμός
more iridescent
διαβαθμίσιμο
02
ιριδίζων, χαροποιός
exhibiting a shimmering, rainbow-like play of colors, typically due to refraction of light
Παραδείγματα
The opalescent seashell washed ashore, its iridescent surface gleaming softly in the sunlight.
Το οπαλό κοχύλι ξέβρασε στην ακτή, η ιριδίζουσα επιφάνειά του λάμπει απαλά στον ήλιο.
Λεξικό Δέντρο
iridescent
iridesce



























