irascible
i
ɪ
i
rasc
ˈræs
rās
ible
ɪəbl
iebl

Ορισμός και σημασία του "irascible"στα αγγλικά

01

ευέξαπτος, οξύθυμος

showing signs of anger 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most irascible
συγκριτικός βαθμός
more irascible
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His irascible remarks during the debate offended several attendees. 

Τα οξύθυμα σχόλιά του κατά τη διάρκεια της συζήτησης προσέβαλαν αρκετούς παρευρισκόμενους.

02

ευερέθιστος, οξύθυμος

easily becoming angry 
επίσημο
Παραδείγματα
The irascible chef shouted at the kitchen staff after a minor mistake. 

Ο ευέξαπτος σεφ φώναξε στο προσωπικό της κουζίνας μετά από ένα μικρό λάθος.

Λεξικό Δέντρο

irascibility
irascible
irasc
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store