Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
irascible
01
ευέξαπτος, οξύθυμος
showing signs of anger
02
ευερέθιστος, οξύθυμος
easily becoming angry
Formal
Λεξικό Δέντρο
irascibility
irascible
irasc
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ευέξαπτος, οξύθυμος
ευερέθιστος, οξύθυμος
Λεξικό Δέντρο