Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inwardly
01
εσωτερικά, μέσα του
used to refer to thoughts or feelings kept private within the mind
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She listened to the criticism quietly, though inwardly she was seething.
Άκουγε την κριτική ήσυχα, αν και εσωτερικά έβραζε.
Λεξικό Δέντρο
inwardly
inward



























