inwardly
in
ˈɪn
in
ward
wəd
vēd
ly
li
li

Ορισμός και σημασία του "inwardly"στα αγγλικά

01

εσωτερικά, μέσα του

used to refer to thoughts or feelings kept private within the mind 
γραμματικές πληροφορίες
ερωτηματικό επίρρημα
Παραδείγματα
She smiled politely, though inwardly she was frustrated by the delay. 

Χαμογέλασε ευγενικά, αν και εσωτερικά ήταν απογοητευμένη από την καθυστέρηση.

Λεξικό Δέντρο

inwardly
inward
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store