Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
involuntary
01
ακούσιος, ασυνείδητος
happening without having any intention or control
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most involuntary
συγκριτικός βαθμός
more involuntary
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
action, control, psychology
02
ακούσιος
controlled by the autonomic nervous system; without conscious control
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
involuntariness
involuntary
voluntary
voluntar



























