inviting
in
ɪn
in
vi
ˈvaɪ
vai
ting
tɪng
ting
invadinginvesting

Ορισμός και σημασία του "inviting"στα αγγλικά

01

καλοδεχούμενος, γοητευτικός

creating an appealing and welcoming atmosphere that draws people in 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inviting
συγκριτικός βαθμός
more inviting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The warm glow of the candles and soft music created an inviting atmosphere in the restaurant. 

Η ζεστή λάμψη των κεριών και η απαλή μουσική δημιούργησαν μια καλοδεχούμενη ατμόσφαιρα στο εστιατόριο.

Λεξικό Δέντρο

invitingly
uninviting
inviting
invite
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store