invitee
Pronunciation
/ˌɪnvaɪˈti/

Ορισμός και σημασία του "invitee"στα αγγλικά

01

καλεσμένος, επισκέπτης

a visitor to whom hospitality is extended
invitee definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
invitees
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store