Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Invitee
01
καλεσμένος, επισκέπτης
a visitor to whom hospitality is extended
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
invitees
LanGeek



























