inviolate
in
ɪn
in
vio
ˈvaɪə
vaie
late
lət
lēt
insolateinvigilate

Ορισμός και σημασία του "inviolate"στα αγγλικά

01

παρθένα, αμόλυντη

(of a woman) having the hymen unbroken 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inviolate
συγκριτικός βαθμός
more inviolate
διαβαθμίσιμο
02

απαράβατος, αλώβητος

not affected, and immune to harm, change, disrespect, or destruction 
Παραδείγματα
The agreement was considered inviolate, with all parties respecting its terms. 

Η συμφωνία θεωρήθηκε απαράβατη, με όλα τα μέρη να σέβονται τους όρους της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store