Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inviolate
01
παρθένα, αμόλυντη
(of a woman) having the hymen unbroken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inviolate
συγκριτικός βαθμός
more inviolate
διαβαθμίσιμο
02
απαράβατος, αλώβητος
not affected, and immune to harm, change, disrespect, or destruction
Παραδείγματα
The agreement was considered inviolate, with all parties respecting its terms.
Η συμφωνία θεωρήθηκε απαράβατη, με όλα τα μέρη να σέβονται τους όρους της.



























