Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to invent
01
εφευρίσκω, δημιουργώ
to make or design something that did not exist before
Transitive: to invent something new
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
invent
γ΄ ενικό πρόσωπο
invents
ενεστώτα μετοχή
inventing
απλός αόριστος
invented
παθητική μετοχή
invented
Παραδείγματα
Thomas Edison invented the electric light bulb, revolutionizing illumination.
Ο Τόμας Έντισον εφηύρε τον ηλεκτρικό λαμπτήρα, επαναπροσδιορίζοντας τον φωτισμό.
02
επινοώ, κατασκευάζω
to create something artificial or untrue, often for the purpose of deception or entertainment
Transitive: to invent something untrue
Παραδείγματα
He tried to invent an excuse for being late to work.
Προσπάθησε να επινοήσει μια δικαιολογία για την αργοπορία του στη δουλειά.



























