Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Intuition
01
διαίσθηση, προαίσθημα
the ability to understand or know something immediately, without conscious reasoning or evidence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She had an intuition that the plan would succeed.
Είχε μια διαίσθηση ότι το σχέδιο θα πετύχαινε.
02
διαίσθηση, προαίσθημα
a strong feeling or belief that something is true or likely to happen
Παραδείγματα
I had an intuition that it would rain today.
Είχα μια διαίσθηση ότι θα έβρεχε σήμερα.
Λεξικό Δέντρο
intuitionism
intuition
tuition



























