intuition
Pronunciation
/ˌɪntuˈɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "intuition"στα αγγλικά

01

διαίσθηση, προαίσθημα

the ability to understand or know something immediately, without conscious reasoning or evidence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The artist 's intuition informed the composition of the painting.
Η διαίσθηση του καλλιτέχνη ενημέρωσε τη σύνθεση του πίνακα.
02

διαίσθηση, προαίσθημα

a strong feeling or belief that something is true or likely to happen
Παραδείγματα
The manager 's intuition predicted the team's success.
Η διαίσθηση του διευθυντή προέβλεψε την επιτυχία της ομάδας.

Λεξικό Δέντρο

intuitionism
intuition
tuition
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store