Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Intrusion
01
εισβολή, παρέμβαση
the act of entering an area that was previously unoccupied or reserved
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
intrusions
Παραδείγματα
The new buildings were an intrusion on the historic skyline.
Τα νέα κτίρια ήταν μια εισβολή στο ιστορικό ορίζοντα.
02
εισβολή, παράβαση
entry into a place or situation without permission, invitation, or welcome
Παραδείγματα
The soldier prevented an intrusion into the restricted zone.
Ο στρατιώτης απέτρεψε μια εισβολή στην περιορισμένη ζώνη.
03
εισβολή, παράβαση ιδιοκτησίας
the act of entering someone else's property without legal right or consent
Παραδείγματα
The fence was built to prevent intrusion from trespassers.
Το φράχτη χτίστηκε για να αποτρέψει την εισβολή από τους παραβάτες.
Λεξικό Δέντρο
intrusion
intrude



























