Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intrepidly
01
ατρόμητα
in a bold and fearless way, especially when facing danger or challenges
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She intrepidly crossed the desert alone.
Διάσχισε την έρημο μόνη της ατρόμητα.
Λεξικό Δέντρο
intrepidly
trepidly
trepid



























