intrepid
in
ɪn
in
tre
ˈtrɛ
tre
pid
pɪd
pid

Ορισμός και σημασία του "intrepid"στα αγγλικά

01

ατρόμητος, θαρραλέος

very courageous and not afraid of situations that are dangerous 
intrepid definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most intrepid
συγκριτικός βαθμός
more intrepid
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The intrepid journalist ventured into conflict zones to report the truth. 

Ο ατρόμητος δημοσιογράφος εισήλθε σε ζώνες συγκρούσεων για να αναφέρει την αλήθεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store