intransigence
int
ˈɪnt
int
ran
ræn
rān
si
si
gence
ʤəns
jēns

Ορισμός και σημασία του "intransigence"στα αγγλικά

01

αδιαλλαξία, αμετακινησία

unwillingness to agree about something or change one's views 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His intransigence during the negotiations made it impossible to reach a deal. 

Η αδιαλλαξία του κατά τις διαπραγματεύσεις έκανε αδύνατη την επίτευξη συμφωνίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store