intimacy
in
ˈɪn
in
ti
ti
ma
cy
si
si

Ορισμός και σημασία του "intimacy"στα αγγλικά

01

οικειότητα, συναισθηματική σύνδεση

a deep and personal connection between individuals, often emotional or psychological 
intimacy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
intimacies
Παραδείγματα
The intimacy between the two friends allowed them to share their deepest fears. 

Η οικειότητα μεταξύ των δύο φίλων τους επέτρεψε να μοιραστούν τους βαθύτερους φόβους τους.

02

μυστική οικειότητα, απαγορευμένη σχέση

a sexual relationship that is typically secretive or considered illicit 
intimacy definition and meaning
Παραδείγματα
The politician's private intimacy with a staff member became public scandal. 

Η ιδιωτική οικειότητα του πολιτικού με ένα μέλος του προσωπικού έγινε δημόσιο σκάνδαλο.

03

οικειότητα, εγγύτητα

a sense of closeness and belonging between individuals or within a group 
Παραδείγματα
Team-building exercises increased intimacy among coworkers. 

Οι ασκήσεις ομαδοποίησης αύξησαν την οικειότητα μεταξύ συναδέλφων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store