intestate
intestate
ɪntɛsteɪt
ιντεστειτ
integrateinterstateintensateintrastate

Ορισμός και σημασία του "intestate"στα αγγλικά

01

άδιαθετος, χωρίς διαθήκη

dying without having left a will behind 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
law, inheritance, death
Παραδείγματα
To avoid dying intestate, many people choose to draft a will early in life. 

Για να αποφύγουν να πεθάνουν χωρίς διαθήκη, πολλοί άνθρωποι επιλέγουν να συντάξουν διαθήκη νωρίς στη ζωή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

intestate
testate
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store